εντείνοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντείνοντας, ενεργητική μετοχή ενεστώτα του εντείνω

Μετοχή[επεξεργασία]

εντείνοντας (επιρρηματική μετοχή)

  • Τα κατάφεραν εντείνοντας τις προσπάθειες
δείτε τη λέξη  εντείνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]