εντείνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντείνω < αρχαία ελληνική ἐντείνω < ἐν + τείνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εντείνω

  1. κάνω κάτι πιο έντονο και δυνατό

"Το σχολείο εντείνει το άγχος και την πίεση"

  1. τεντώνω κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]