εντερόλιθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εντερόλιθος εντερόλιθοι
γενική εντερολίθου
& εντερόλιθου
εντερολίθων
& εντερόλιθων
αιτιατική εντερόλιθο εντερολίθους
& εντερόλιθους
κλητική εντερόλιθε εντερόλιθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντερόλιθος < έντερο + -ο- + λίθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εντερόλιθος αρσενικό

  1. (λόγιο) (παρωχημένο) σβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου (αίγαγρου) και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά
  2. (λόγιο) (παρωχημένο) (κατ’ επέκταση) αντίδοτο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]