εντεταμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντεταμένος εντεταμένη εντεταμένο
γενική εντεταμένου εντεταμένης εντεταμένου
αιτιατική εντεταμένο εντεταμένη εντεταμένο
κλητική εντεταμένε εντεταμένη εντεταμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντεταμένοι εντεταμένες εντεταμένα
γενική εντεταμένων εντεταμένων εντεταμένων
αιτιατική εντεταμένους εντεταμένες εντεταμένα
κλητική εντεταμένοι εντεταμένες εντεταμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντεταμένος < αρχαία ελληνική ἐντεταμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐντείνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εντεταμένος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]