εντολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εντολή εντολές
γενική εντολής εντολών
αιτιατική εντολή εντολές
κλητική εντολή εντολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εντολή < αρχαία ελληνική ἐντολή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ndɔ.ˈli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εντολή θηλυκό

  1. η διαταγή ή η παραγγελία που δίνεται επιτακτικά από κάποιον ανώτερο σε κάποιον κατώτερο για την εκτέλεση μιας πράξης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαταγή, οδηγία, παραγγελία, παράγγελμα
  2. (πολιτική) η εξουσιοδότηση για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που παρέχεται από το σώμα των εκλεκτόρων ή από αυτόν που κατά το Σύνταγμα κατέχει την ανώτατη πολιτική εξουσία στα κόμματα και στους εκπροσώπους τους
    ο πρόεδρος τής Δημοκρατίας έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο κόμμα που νίκησε στις εκλογές
  3. (πληροφορική) η οδηγία που δίνεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για την εκτέλεση μιας λειτουργίας
  4. (νομική) η σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεκπεραιώσει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας
  5. (οικονομία) το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από την τράπεζα κατόπιν εξουσιοδότησής της από κάποιον οφειλέτη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έμβασμα

Εκφράσεις[]

  • βάσει εντολών : σύμφωνα με τις διαταγές
  • κατ' εντολήν : σύμφωνα με τη διαταγή
  • κατόπιν εντολής : μετά από εντολή
  • οι δέκα εντολές: → δείτε τη λέξη: δεκάλογος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]