Μετάβαση στο περιεχόμενο

εντολοδόχου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

εντολοδόχου αρσενικό ή θηλυκό