Μετάβαση στο περιεχόμενο

εντομολόγου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

εντομολόγου αρσενικό ή θηλυκό