εντοπίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντοπίζω < ελληνιστική κοινή ἐντοπίζω < ἐν + αρχαία ελληνική τόπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική localiser)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εντοπίζω (παθητική φωνή: εντοπίζομαι)

  1. βρίσκω τον τόπο που υπάρχει κάποιος ή κάτι
  2. βρίσκω, ανακαλύπτω
  3. περιορίζω κάτι σε κάποιον τόπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]