εντροπισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εντροπία, εντροπίζω, εντροπισμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντροπισμένος εντροπισμένη εντροπισμένο
γενική εντροπισμένου εντροπισμένης εντροπισμένου
αιτιατική εντροπισμένο εντροπισμένη εντροπισμένο
κλητική εντροπισμένε εντροπισμένη εντροπισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντροπισμένοι εντροπισμένες εντροπισμένα
γενική εντροπισμένων εντροπισμένων εντροπισμένων
αιτιατική εντροπισμένους εντροπισμένες εντροπισμένα
κλητική εντροπισμένοι εντροπισμένες εντροπισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

εντροπισμένος < εντροπίζω + -μένος, -μένη, -μένο < εντροπία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

(φυσική)