εντωμεταξύ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντωμεταξύ < αρχαία ελληνική ἐν τῷ μεταξύ (χρόνῳ)

Επίρρημα[επεξεργασία]

εντωμεταξύ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]