εντύπωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εντύπωση εντυπώσεις
γενική εντύπωσης
& εντυπώσεως
εντυπώσεων
αιτιατική εντύπωση εντυπώσεις
κλητική εντύπωση εντυπώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντύπωση < ελληνιστική κοινή ἐντύπωσις < αρχαία ελληνική ἐντυπόω / ἐντυπῶ < ἔντυπος < ἐν + τύπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική impression)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εn.ˈdi.pɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εντύπωση θηλυκό

  1. (ψυχολογία) η αποτύπωση στη συνείδηση κάποιου ενός γεγονότος, ερεθίσματος κ.λπ.
  2. η (κάπως αβέβαιη, ατεκμηρίωτη και ανολοκλήρωτη) ιδέα ή γνώμη που σχηματίζει κάποιος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]