ενυπόθηκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενυπόθηκος ενυπόθηκη ενυπόθηκο
γενική ενυπόθηκου ενυπόθηκης ενυπόθηκου
αιτιατική ενυπόθηκο ενυπόθηκη ενυπόθηκο
κλητική ενυπόθηκε ενυπόθηκη ενυπόθηκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενυπόθηκοι ενυπόθηκες ενυπόθηκα
γενική ενυπόθηκων ενυπόθηκων ενυπόθηκων
αιτιατική ενυπόθηκους ενυπόθηκες ενυπόθηκα
κλητική ενυπόθηκοι ενυπόθηκες ενυπόθηκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενυπόθηκος < μεσαιωνική ελληνική ἐνυπόθηκος < αρχαία ελληνική ὑποθήκη < ὑποτίθημι < τίθημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁- (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hypothéqué)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενυπόθηκος, -η, -ο

  1. που έχει εξασφαλιστεί ή επιβαρυνθεί με υποθήκη
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανυπόθηκος
    Η κρίση των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης. (*)
  2. (σπάνιο) υποθηκευμένος
    Αυτός λοιπόν, ο μέσος μισθωτός σκλάβος (τελικά εγώ ή εσείς) πιθανότατα θα κάνει αδιαμαρτύρητα τις πληρωτέες και απλήρωτες υπερωρίες του, γιατί πράγματι έχει να χάσει πολύ περισσότερα από τις αλυσίδες του: έχει να χάσει το ενυπόθηκο ακίνητό του, το ανεξόφλητο αυτοκίνητό του, τις πιστωτικές κάρτες του, το επίπεδο ζωής του, τη στοιχειώδη οργάνωση της καθημερινότητάς του. (*)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανυποθήκευτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]