ενωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενωμένος ενωμένη ενωμένο
γενική ενωμένου ενωμένης ενωμένου
αιτιατική ενωμένο ενωμένη ενωμένο
κλητική ενωμένε ενωμένη ενωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενωμένοι ενωμένες ενωμένα
γενική ενωμένων ενωμένων ενωμένων
αιτιατική ενωμένους ενωμένες ενωμένα
κλητική ενωμένοι ενωμένες ενωμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ενωμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]