ενόργανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενόργανος ενόργανη ενόργανο
γενική ενόργανου ενόργανης ενόργανου
αιτιατική ενόργανο ενόργανη ενόργανο
κλητική ενόργανε ενόργανη ενόργανο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενόργανοι ενόργανες ενόργανα
γενική ενόργανων ενόργανων ενόργανων
αιτιατική ενόργανους ενόργανες ενόργανα
κλητική ενόργανοι ενόργανες ενόργανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενόργανος < εν- + όργανο + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instrumental)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενόργανος

  1. που γίνεται, πραγματοποιείται ή εκτελείται με όργανα
    Όταν ακούμε την έκφραση «το τέλειο δεκάρι» στην ενόργανη γυμναστική, αμέσως το μυαλό μας πηγαίνει στη Νάντια Κομανέτσι. Και όμως η μικρόσωμη Ρουμάνα δεν είναι η μόνη που το έχει πετύχει. (εφ. καθημερινή, 11/5/2013)
    Η «Βασίλισσα των ξωτικών» ανήκει στην κατηγορία της ημι-όπερας (semi-opera), η οποία αναπτύχθηκε στην Αγγλία περί τα τέλη του 17ου ως τις αρχές του 18ου αιώνα. Πρόκειται για σκηνικό είδος στο οποίο συνδυάζεται η πρόζα με ενόργανη μουσική, τραγούδια και εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια. (εφ. Το Βήμα, 13/4/2018)
  2. (παρωχημένο) άλλη μορφή του οργανικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]