ενόχλημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐνόχλημα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενόχλημα ενοχλήματα
γενική ενοχλήματος ενοχλημάτων
αιτιατική ενόχλημα ενοχλήματα
κλητική ενόχλημα ενοχλήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενόχλημα < ελληνιστική κοινή ἐνόχλημα < αρχαία ελληνική ἐνοχλέω / ἐνοχλῶ < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενόχλημα ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]