εν αδίκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν αδίκω, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και άδικο.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν αδίκω

  • σε άδικο, σε μη δίκαιο
    τελώ εν αδίκω (= ενεργώ χωρίς να έχω το δίκιο με το μέρος μου), κάνω κακό

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]