εν αταξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν αταξία, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και αταξία.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν αταξία

  • σε αταξία, άτακτα, ασυντόνιστα,
    με την κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας, τον Αύγουστο του 1922, οι ελληνικές μονάδες βρέθηκαν εν αταξία, αδυνατώντας εφαρμογή τακτικής υποχώρησης και ανασυγκρότησης, με συνέπεια ν΄ ακολουθήσει άτακτη φυγή

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σήμερα, η χρήση της έκφρασης αυτής είναι ιδιαίτερα σπάνια.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]