εν καταδύσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν καταδύσει, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και κατάδυση.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν καταδύσει

  • (ναυτικός όρος): κατά την κατάδυση
  • (ναυτικός όρος): ο πλους των υποβρυχίων υπό την επιφάνεια της θάλασσας
    η ύπαρξη των πάγων παρά τους Πόλους, υποχρεώνει τα υποβρύχια να πλέουν εν καταδύσει

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]