εν κινήσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν κινήσει < αρχαία ελληνική ἐν + κινήσει

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν κινήσει

  • την ώρα που κάποιος κινείται
    Πέταξε το σκουπίδι απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου εν κινήσει.