εν όρμω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν όρμω, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν όρμος και όρμιση.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν όρμω

  1. (ναυτικός όρος): στη διάρκεια όρμισης (πλοίου)
  2. στη διάρκεια παραμονής σε αγκυροβόλιο
  3. στη διάρκεια ελλιμενισμού

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]