εν όψει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν όψει, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και όψις.

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν όψει

  • σε ορατότητα, σε θέα, υπό αντίληψη, αντιληπτός
    (στρατιωτικός όρος) εχθρός εν όψει
    (ναυτικός όρος): τορπίλη εν όψει
  • σε επικείμενο γεγονός
    εν όψει των εκλογών απαγορεύονται οι δημοσκοπήσεις, εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων τροποποιούνται τα δρομολόγια των μέσων συγκοινωνίας, κ.λπ.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]