εξάλειπτρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | εξάλειπτρο | τα | εξάλειπτρα |
| γενική | του | εξάλειπτρου & εξαλείπτρου |
των | εξάλειπτρων & εξαλείπτρων |
| αιτιατική | το | εξάλειπτρο | τα | εξάλειπτρα |
| κλητική | εξάλειπτρο | εξάλειπτρα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξάλειπτρο < αρχαία ελληνική ἐξάλειπτρον < ἐξᾰλείφω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εξάλειπτρο ουδέτερο
- (αρχαιολογία) μικρό αγγείο με εσωτερικά κυρτό χείλος, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για την αποθήκευση και χρήση αρωματικών ελαίων, ρευστών αλοιφών ή σε τελετουργικές πρακτικές, με ποικίλες μορφές ανάλογα με την περιοχή και την εποχή
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εξάλειπτρο