Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξάλειπτρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εξάλειπτρο τα εξάλειπτρα
      γενική του εξάλειπτρου
& εξαλείπτρου
των εξάλειπτρων
& εξαλείπτρων
    αιτιατική το εξάλειπτρο τα εξάλειπτρα
     κλητική εξάλειπτρο εξάλειπτρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξάλειπτρο < αρχαία ελληνική ἐξάλειπτρον < ἐξᾰλείφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εξάλειπτρο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]