εξάντληση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξάντληση εξαντλήσεις
γενική εξάντλησης
& εξαντλήσεως
εξαντλήσεων
αιτιατική εξάντληση εξαντλήσεις
κλητική εξάντληση εξαντλήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάντληση < ελληνιστική κοινή ἐξάντλησις < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épuisement)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈksan.dli.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξάντληση θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]