εξάπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάπτω < αρχαία ελληνική < ἐξ + ἅπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈksa.ptɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξάπτω , στ.μέλλ.: θα εξάψω, αόρ.: εξήψα, παθ.φωνή: εξάπτομαι, μτχ.π.π.: εξημμένος

αυτές οι διηγήσεις εξάπτουν τη φαντασία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]