εξέχω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξέχω < αρχαία ελληνική ἐξέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξέχω, παρατ.: εξείχα, χωρίς συνοπτικούς χρόνους

  • προβάλλω προς τα έξω ξεπερνώντας το γενικό περίγραμμα του σώματος στο οποίο ανήκω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. εξέχω εξείχα θα εξέχω να εξέχω εξέχοντας
β' ενικ. εξέχεις εξείχες θα εξέχεις να εξέχεις
γ' ενικ. εξέχει εξείχε θα εξέχει να εξέχει
α' πληθ. εξέχουμε εξείχαμε θα εξέχουμε να εξέχουμε
β' πληθ. εξέχετε εξείχατε θα εξέχετε να εξέχετε εξέχετε
γ' πληθ. εξέχουν(ε) εξείχαν
εξείχαν(ε)
θα εξέχουν(ε) να εξέχουν(ε)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]