εξέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξέχων < αρχαία μετοχή ενεστώτα του ρήματος εξέχω

Μετοχή[επεξεργασία]

εξέχων, -ουσα, -ον

  1. που εξέχει, ξεχωρίζει, προεξέχει
  2. ο σημαντικός, ο ξεχωριστός, ο διακεκριμένος
    Εχει εξέχουσα θέση στην ιεραρχία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]