εξέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐξέχων

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξέχων
εξέχοντας
η εξέχουσα το εξέχον
      γενική του εξέχοντος
εξέχοντα
της εξέχουσας
εξεχούσης*
του εξέχοντος
    αιτιατική τον εξέχοντα την εξέχουσα το εξέχον
     κλητική εξέχων
εξέχοντα
εξέχουσα εξέχον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξέχοντες οι εξέχουσες τα εξέχοντα
      γενική των εξεχόντων των εξεχουσών των εξεχόντων
    αιτιατική τους εξέχοντες τις εξέχουσες τα εξέχοντα
     κλητική εξέχοντες εξέχουσες εξέχοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξέχων < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐξέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐξέχω (εξέχω) όπως στην ελληνιστική έκφραση «ὁ ἐξέχων ἀνήρ»[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈkse.xon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξέ‐χων
ομόηχο: εξέχον

Μετοχή[επεξεργασία]

εξέχων, -ουσα, -ον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]