εξίσου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξίσου < εξ ίσου

Επίρρημα[επεξεργασία]

εξίσου

  1. το ίδιο, ίσα, όμοια
    ο ηθικός αυτουργός είναι εξίσου ένοχος με τον δράστη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]