εξαίρετος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξαίρετος < ἐξαίρετος
Επίθετο
[επεξεργασία]εξαίρετος, -η, -ο
- ιδιαίτερα καλός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εξαίρετος
εξαίρετος, -η, -ο