εξαγοράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαγοράζω < αρχαία ελληνική ἐξαγοράζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξαγοράζω , πρτ.: εξαγόραζα, στ.μέλλ.: θα εξαγοράσω, αόρ.: εξαγόρασα, παθ.φωνή: εξαγοράζομαι, μτχ.π.π.: εξαγορασμένος

  1. πληρώνω τα ανάλογα χρήματα για να μην εκτίσω μια ποινή ή τη στρατιωτική θητεία ή για να αγοράσω συντάξιμα ένσημα
  2. (μεταφορικά) πετυχαίνω κάτι με κάποιο αντάλλαγμα ή θυσία
  3. (μεταφορικά) (κακόσημο) εξασφαλίζω κάτι με δωροδοκία
    αυτή τη φορά δεν θα εξαγοράσουν την ψήφο του λαού με ψεύτικες παροχές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]