εξαγωγέας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξαγωγέας εξαγωγείς
γενική εξαγωγέα
& εξαγωγέως
εξαγωγέων
αιτιατική εξαγωγέα εξαγωγείς
κλητική εξαγωγέα εξαγωγείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαγωγέας < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαγωγέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασχολείται με την εξαγωγή εμπορευμάτων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]