εξαερώνομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.ksa.eˈɾo.no.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐ξα‐ε‐ρώ‐νο‐μαι
- παλιότερος συλλαβισμός : εξ‐α‐ε‐ρώ‐νο‐μαι
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]εξαερώνομαι
- παθητική φωνή του ρήματος εξαερώνω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- στη σημασία αεριοποιούμαι → δείτε τον όρο εξαεριώνομαι του εξαεριώνω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Όροι και τύποι με εξαερ- ή εξαερι- στο εξαερώνω#Συγγενικά