εξαθλίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαθλίωση < εξαθλιώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαθλίωση θηλυκό

  1. άσχημη, άθλια κατάσταση, κυρίως από υλική άποψη
    Η έλλειψη τροφής και χρημάτων οδηγεί τους άστεγους στην εξαθλίωση.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]