εξαθλιωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαθλιωμένος εξαθλιωμένη εξαθλιωμένο
γενική εξαθλιωμένου εξαθλιωμένης εξαθλιωμένου
αιτιατική εξαθλιωμένο εξαθλιωμένη εξαθλιωμένο
κλητική εξαθλιωμένε εξαθλιωμένη εξαθλιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαθλιωμένοι εξαθλιωμένες εξαθλιωμένα
γενική εξαθλιωμένων εξαθλιωμένων εξαθλιωμένων
αιτιατική εξαθλιωμένους εξαθλιωμένες εξαθλιωμένα
κλητική εξαθλιωμένοι εξαθλιωμένες εξαθλιωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαθλιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαθλιώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξαθλιωμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: εξαθλιώνω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]