εξακριβώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξακριβώνω < αρχαία ελληνική ἐξακριβόω / ἐξακριβῶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksa.ki.ˈvɔ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξακριβώνω (παθητική φωνή: εξακριβώνομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]