εξακτινώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξακτινώνω < εξ- + ακτίνα + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

εξακτινώνω (παθητική φωνή: εξακτινώνομαι)

  1. (λόγιο) (σπάνιο) ακτινοβολώ
  2. (λόγιο) διαχέω, εξαπλώνω (με βάση κάποιο κέντρο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]