εξαμβλωματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαμβλωματικός εξαμβλωματική εξαμβλωματικό
γενική εξαμβλωματικού εξαμβλωματικής εξαμβλωματικού
αιτιατική εξαμβλωματικό εξαμβλωματική εξαμβλωματικό
κλητική εξαμβλωματικέ εξαμβλωματική εξαμβλωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαμβλωματικοί εξαμβλωματικές εξαμβλωματικά
γενική εξαμβλωματικών εξαμβλωματικών εξαμβλωματικών
αιτιατική εξαμβλωματικούς εξαμβλωματικές εξαμβλωματικά
κλητική εξαμβλωματικοί εξαμβλωματικές εξαμβλωματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαμβλωματικός < εξάμβλωμα + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξαμβλωματικός, -ή, -ό

  1. (κυριολεκτικά) που μοιάζει με εξάμβλωμα
  2. (μεταφορικά) που τρομάζει με την εμφάνισή του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]