εξαντλούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαντλούμαι, παθητική φωνή του εξαντλώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξαντλούμαι

  1. εξουθενώνομαι, κουράζομαι υπερβολικά, δεν έχω πια άλλες δυνάμεις
    εξαντλήθηκα από την πολύωρη πεζοπορία
  2. (στο γ' πρόσωπο) για κάτι που τελειώνει, δεν υπάρχει πια σε επαρκείς ποσότητες
    εξαντλήθηκαν τα αποθέματα τροφίμων
    η υπομονή μου εξαντλείται

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]