εξαντλούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξαντλούμαι, παθητική φωνή του εξαντλώ

Open book 01.svg Ρήμα[]

εξαντλούμαι

  1. εξουθενώνομαι, κουράζομαι υπερβολικά, δεν έχω πια άλλες δυνάμεις
    εξαντλήθηκα από την πολύωρη πεζοπορία
  2. (στο γ' πρόσωπο) για κάτι που τελειώνει, δεν υπάρχει πια σε επαρκείς ποσότητες
    εξαντλήθηκαν τα αποθέματα τροφίμων
    η υπομονή μου εξαντλείται

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]