εξαντλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐξαντλῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαντλώ < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épuiser)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksan.ˈdlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξαντλώ (παθητική φωνή: εξαντλούμαι)

  1. τελειώνω κάποια πράγματα, επειδή τα κατανάλωσα ή τα χρησιμοποίησα
  2. μειώνω κάτι υπέρμετρα μέχρις εξαφανίσεως
  3. εξασθενώ, μειώνω την αντοχή
  4. πραγματεύομαι ή ερευνώ αναλυτικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]