εξαπατημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαπατημένος εξαπατημένη εξαπατημένο
γενική εξαπατημένου εξαπατημένης εξαπατημένου
αιτιατική εξαπατημένο εξαπατημένη εξαπατημένο
κλητική εξαπατημένε εξαπατημένη εξαπατημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαπατημένοι εξαπατημένες εξαπατημένα
γενική εξαπατημένων εξαπατημένων εξαπατημένων
αιτιατική εξαπατημένους εξαπατημένες εξαπατημένα
κλητική εξαπατημένοι εξαπατημένες εξαπατημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαπατημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαπατώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξαπατημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: εξαπατώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]