εξαπλασιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξαπλασιασμός εξαπλασιασμοί
γενική εξαπλασιασμού εξαπλασιασμών
αιτιατική εξαπλασιασμό εξαπλασιασμούς
κλητική εξαπλασιασμέ εξαπλασιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαπλασιασμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαπλασιασμός αρσενικό

  1. αύξηση μιας ποσότητας έξι φορές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]