εξαπλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαπλώνω < αρχαία ελληνική ἐξαπλόω -ἐξαπλῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξαπλώνω, παθητικό εξαπλώνομαι, παθ.μτχ εξαπλωμένος

  1. ενεργώ έτσι ώστε ένα σύνολο ανθρώπων, πραγμάτων, ιδεών κλπ να εμφανίζεται σε μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση
  2. (για ιδέες, αντιλήψεις κλπ) διαδίδω σε μεγαλύτερο κοινό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]