εξαραβίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαραβίζω < εξ- + αραβίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ksa.ɾaˈvi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξα‐ρα‐βί‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

εξαραβίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]