εξαργυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαργυρώνω < εξ + αργύριο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξαργυρώνω (παθητικό: εξαργυρώνομαι)

  1. μετατρέπω σε μετρητά τίτλους με χρηματική αξία (π.χ. επιταγές, μάρκες στο καζίνο κλπ)
    Η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ
  2. (μειωτικό) ζητάω την ανταμοιβή για κάποια εξυπηρέτηση ή υποχώρηση που έκανα
    Φίλε μου πρέπει κι εγώ να εξαργυρώσω. Για να προσλάβουν πέρσι την κόρη σου φίλησα κατουρημένες ποδιές

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]