εξαρτημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαρτημένος εξαρτημένη εξαρτημένο
γενική εξαρτημένου εξαρτημένης εξαρτημένου
αιτιατική εξαρτημένο εξαρτημένη εξαρτημένο
κλητική εξαρτημένε εξαρτημένη εξαρτημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαρτημένοι εξαρτημένες εξαρτημένα
γενική εξαρτημένων εξαρτημένων εξαρτημένων
αιτιατική εξαρτημένους εξαρτημένες εξαρτημένα
κλητική εξαρτημένοι εξαρτημένες εξαρτημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαρτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαρτώ, εξαρτιέμαι και εξαρτώμαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξαρτημένος, -η, -ο

  • που εξαρτάται, δεν είναι αυτόνομος, αυτοτελής, αυτοδύναμος
  • εξαρτημένη πρόταση / εξαρτημένα κράτη / εξαρτημένες οικονομίες / εξαρτημένη προσωπικότητα
δείτε τη λέξη: εξαρτώμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαρτημένος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]