εξαρτησιογόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαρτησιογόνος < εξάρτηση + -γόνος (< γεννώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξαρτησιογόνος -ος/-α -ο

  • που προκαλεί εξάρτηση, εθισμό
    το αλκοόλ και η νικοτίνη είναι εξαρτησιογόνες ουσίες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]