εξαρτησιογόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαρτησιογόνος < εξάρτηση + -γόνος (< γεννώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

εξαρτησιογόνος -ος/-α -ο

  • που προκαλεί εξάρτηση, εθισμό
    το αλκοόλ και η νικοτίνη είναι εξαρτησιογόνες ουσίες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]