εξαρτιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαρτιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος εξαρτώ

Ρήμα[επεξεργασία]

εξαρτιέμαι

  1. έχω εξάρτηση

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]