Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξαρχής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξαρχής < εξ αρχής

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εξαρχής

  • (λόγιο) από την αρχή
    παράδειγμα  Σας ξεκαθάρισα τις απόψεις μου ευθύς εξαρχής.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]