εξασθενίζοντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξασθενίζοντας < εξασθενίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξασθενίζοντας

  1. ελαττώνοντας τη ζωτικότητα κάποιου
  2. ελαττώνοντας την ένταση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]