εξεζητημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξεζητημένος εξεζητημένη εξεζητημένο
γενική εξεζητημένου εξεζητημένης εξεζητημένου
αιτιατική εξεζητημένο εξεζητημένη εξεζητημένο
κλητική εξεζητημένε εξεζητημένη εξεζητημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξεζητημένοι εξεζητημένες εξεζητημένα
γενική εξεζητημένων εξεζητημένων εξεζητημένων
αιτιατική εξεζητημένους εξεζητημένες εξεζητημένα
κλητική εξεζητημένοι εξεζητημένες εξεζητημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξεζητημένος < αρχαία ελληνική ἐξεζητημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐκζητέω/ἐκζητῶ ((σημασιολογικό δάνειο) (ελληνιστική κοινή) ἐξεζητημένως)

Μετοχή[επεξεργασία]

εξεζητημένος, -η, -ο

  1. που φροντίζει υπερβολικά να είναι τέλειος ή ασυνήθιστος
  2. παράξενος
  3. που προσποιείται

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]