εξελιξιαρχία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εξελιξιαρχία θηλυκό
- φιλοσοφική θεωρία για την εξέλιξη του ανθρώπου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εξελιξιαρχία